Δευτέρα, 3 Φεβρουαρίου 2014

«Δίπλα στον Ολυμπιακό»Είναι ο μεγάλος playboy του υγρού στίβου,



Σε μία από τις καρέκλες που κάθονται οι «επίσημοι» στο «Πέτρος Καπαγέρωφ», κάθισε ένας κύριος ο οποίος χθες, 31 Ιανουαρίου, έκλεισε τα 81 χρόνια ζωής, προκειμένου να παρακολουθήσει το παιχνίδι του Ολυμπιακού με τον ΝΟ Βουλιαγμένης για τη 10η αγωνιστική της Α1 πόλο Ανδρών στις 12 Ιανουαρίου. Ο Μπάμπης Μουτσάτσος είχε πολλά χρόνια να δει παιχνίδι του Ολυμπιακού στο πόλο, ως εκ τούτου η παρουσία του ενεργοποίησε εκείνους που τον γνωρίζουν.

Ο Μπάμπης Μουτσάτσος, ένας θρύλος. Είναι ο μεγάλος playboy του υγρού στίβου, ένας άντρακλας που «γέννησε» τη φήμη για τους πολίστες «κυνηγούς» των όμορφων κοριτσιών. «Γεννήθηκα στη Βασιλίσσης Σοφίας, τον αριθμό 96. Δίπλα στον Ολυμπιακό. Δεν γινόταν να είμαι κάτι άλλο». Τα παιδικά χρόνια του τα πέρασε εκεί, κάνοντας προπόνηση στην κολύμβηση και γιαουρτώνοντας κόσμο στα καφενεία. «Βλέπαμε κανέναν που θα ερχόταν σε κέφι και θα τραγουδούσε στο καφενείο και πηγαίναμε από πάνω του και του αδειάζαμε έναν κεσέ με γιαούρτι. Τότε οι κεσέδες δεν ήταν πλαστικοί, αλλά πήλινοι, οπότε έπρεπε να είμαστε πολύ προσεκτικοί», θυμήθηκε ένα ενσταντανέ από εκείνη την εποχή. Η αταξία και η προπόνηση ήταν στο μυαλό του. Η απόλαυση και η διασκέδαση επίσης, όχι ως απαγορευμένος καρπός, αλλά ως την εύγεστη πλευρά της εμφυλιακής Αθήνας, η οποία υπέφερε από τη φτώχεια. Οι άνθρωποι πεινούσαν και ερωτεύονταν, ερωτεύονταν επειδή πεινούσαν.

Στην καφετέρια «Palmie Bistro» της πλατείας Ιοφώντος, κάθε πρωί, ο Μπάμπης Μουτσάτσος πιάνει ένα συγκεκριμένο τραπέζι. Κάθεται έξω από την καφετέρια και απολαμβάνει τη μέρα, τον ουρανό, τον κόσμο και τους νέους ανθρώπους. Πολλοί τον γνωρίζουν και τον χαιρετάνε, αλλά δεν ξέρουν ακριβώς την ιστορία του κύριου με τα μαύρα ρούχα, που κάποτε με μία απόφαση που πήρε από κοινού με άλλους δύο θρύλους του ελληνικού αθλητισμού, τον Μίμη Στεφανάκο και τον Κώστα Μουρούζη, άλλαξαν την ιστορία της νυχτερινής Αθήνας. Δεν ξέρουν ότι ήταν ο καλύτερος Έλληνας κολυμβητής πρόσθιο και ότι έπαιζε πόλο στον Ολυμπιακό, σε μία εποχή που οι τελικοί του πρωταθλήματος και της κολύμβησης ήταν συμπυκνωμένοι στο χρονικό διάστημα της μίας εβδομάδας, στο μόνο κολυμβητήριο που γίνονταν τότε οι αγώνες, δηλαδή το κολυμβητήριο του Ζαππείου. Δεν ξέρουν, επίσης, ότι έμεινε 25 χρόνια στο Παρίσι, από το 1967 έως το 1992, αναβιώνοντας εκεί, στην πόλη του Φωτός την Κουίντα, παίζοντας ακόμα μία χρονιά πόλο ως βετεράνος στην ελβετική Λουγκάνο, το 1968, και φθάνοντας να ανοίγει μαγαζί ακόμα και στις Κάννες, πριν επιστρέψει στην Αθήνα με τη στερνή κόρη του, Ιωάννα, η οποία έρχεται και μένει μαζί του τα καλοκαίρια αφού πια ζει και εργάζεται στο Παρίσι.

ΤΟ ΤΕΤΑΡΤΟ ΗΜΙΧΡΟΝΙΟ

Ο Μπάμπης Μουτσάτσος στράφηκε προς την κολύμβηση το 1947. Ηταν ο μεγαλύτερος από τα πέντε συνολικά αδέλφια, τον Γιώργο, τον Παράσχο, τη Μαρία και την Ντίνα. Το ταλέντο του φάνηκε από την πρώτη μέρα στο πρόσθιο και δεν άργησε να νικήσει στους πρώτους αγώνες του, τα «Μαραγκοπούλια», στους οποίους προκάλεσε αίσθηση. Γρήγορα έγινε πρωταθλητής Ελλάδας, καταλαμβάνοντας, όχι μόνο πρώτες θέσεις αλλά και, πανελλήνια ρεκόρ. Από το 1951 έως το 1957 ο Μουτσάτσος μεσουρανούσε στην ελληνική κολύμβηση, πετυχαίνοντας συναπτές νίκες, δεχόμενος μετάλλια και Κύπελλα από τον βασιλιά Κωνσταντίνο, νικώντας τον κύριο αντίπαλό του, Νίκο Ζαχαρόπουλο. Ταυτοχρόνως, η ενασχόλησή του με το πόλο βοήθησε τον Ολυμπιακό να γίνει πιο ανταγωνιστικός. «Δεν τους ένοιαζε να νικήσουμε», θυμάται ο Μουτσάτσος τον λόγο για τον οποίο ο Εθνικός βρισκόταν συνεχώς στην κορυφή. Ταυτοχρόνως, αναπτύχθηκε ισχυρή φιλία με τον συμπαίκτη του από τον Ολυμπιακό, τον Πέτρο Καρφομανώλη, αλλά και το ιερό τέρας του πόλο του Εθνικού, Ανδρέα Γαρύφαλλο. Μάλιστα, ο Μουτσάτσος με τον τελευταίο είχαν συμφωνήσει να μη μαρκάρονται ώστε να μην υπάρξουν αντεγκλήσεις και καυγάδες στο νερό.

Το 1957, ο κολυμβητής και πολίστας του Ολυμπιακού είχε πιάσει φιλία με τον ποδοσφαιριστή του Ολυμπιακού, Μίμη Στεφανάκο, αλλά και τον μπασκετμπολίστα του Τρίτωνα Αμαρουσίου, Κώστα Μουρούζη. «Τότε συχνάζαμε σε ένα μαγαζί, το Top Hat, που βρισκόταν στο τέλος της Πατησίων. Έρχονταν οι φίλοι μας μαζί και το μαγαζί γέμισε. Έπεσε η ιδέα να ανοίξουμε το δικό μας μαγαζί, το οποίο ήταν σίγουρο ότι θα πιάσει, αφού οι φίλοι μας ερχόντουσαν για εμάς. Τόσο ο Στεφανάκος όσο και ο Μουρούζης συμφώνησαν. Ωστόσο στην πορεία ούτε ο ένας συμμετείχε, ούτε ο άλλος», περιέγραψε τα νάματα της αθηναϊκής Dolce Vita ο Μουτσάτσος. «Άνοιξα το πρώτο μαγαζί στην πλατεία Ματάλας, εκεί που ήταν το Εσπεράντο. Οι εσωτερικές πόρτες του έμοιαζαν με κουρτίνες θεάτρου, για αυτό και το ονόμασα Κουίντα». Μπίνγκο!

Το στέκι στην πλατεία Ματάλας έμεινε ανοικτό μόλις ένα χρόνο. «Αναγκαστήκαμε να μεταφερθούμε, επειδή το μαγαζί χωρούσε 200 ανθρώπους, κάθε βράδυ ήταν γεμάτο και περίμενε κόσμος απ’ έξω. Πήγαμε στη Φωκίονος Νέγρη». Ο Μουτσάτσος ήταν ήδη παντρεμένος με τη Βιβή Σιδέρη, η οποία ήταν ξαδέλφη του βουλευτή Πετροπουλάκου και με την οποία είχε κάνει την Αντιγόνη. Οι περιπέτειες του μπον βιβέρ Μουτσάτσου με τις γυναίκες ήταν ατέλειωτες και αμέτρητες. Αλλά πλην των νόμιμων συζύγων, ο 81χρονος θρύλος της ελληνικής κολύμβησης και της αθηναϊκής νύχτας δεν ήθελε να αναφερθεί σε κάποια άλλη περιπέτειά του. «Δεν είναι δυνατόν να είναι μία από εκείνες τις κοπέλες τώρα γιαγιά και τα εγγόνια της να διαβάσουν κάτι τέτοιο», δικαίως ισχυρίστηκε. Στη Φωκίονος Νέγρη γινόταν το αδιαχώρητο. Τα κορίτσια που ούτως ή άλλως σύχναζαν με την αθλητική αντροπαρέα του Top Hat, τώρα είχαν μεταφερθεί στην Κουίντα. «Ποιες όμως; Η Μάρθα Καραγιάννη, η Ζωή Λάσκαρη. Ακόμα και ο Κώστας Βουτσάς. Η Ελλάδα των προηγούμενων χρόνων». Μία φορά η Τζούντι Γκάρλαντ- το παιδί θαύμα του Χόλιγουντ με τον «Μάγο του Οζ» και η μητέρα της Λάιζα Μινέλι- είχε βρεθεί στην Αθήνα για διακοπές. «Εμενε στο Χίλτον, που μόλις είχε ανοίξει», θυμήθηκε ο Μουτσάτσος. «Ηρθε το πρώτο βράδυ στην Κουίντα και μετά ήρθε τα υπόλοιπα 15 βράδια». Και η προπόνηση; «Κανονικά προπονούμασταν. Οσο ήμουν αθλητής, δεν έπινα ούτε κάπνιζα. Είχα βάλει τσάι με ζάχαρη σε ένα μπουκάλι Σίβας και όταν με κερνούσαν έλεγα στους σερβιτόρους να μου φέρουν από εκείνο το μπουκάλι».

Η θητεία του στον Ολυμπιακό έμελλε να τελειώσει άδοξα. Το πόλο άλλαζε και είχε πια χωριστεί σε τέσσερα χρονικά διαστήματα. Σε ένα παιχνίδι ο προπονητής του Ολυμπιακού, Γιουγκοσλάβος Μίλο Λούτσιτς- «ένας προπονητής που έφερε το μοντέρνο πόλο», όπως παραδέχθηκε ο Μουτσάτσος- δεν τον ξεκίνησε βασικό διότι ήθελε να τον έχει φρέσκο στα κρίσιμα λεπτά του παιχνιδιού. «Δεν το ήξερα αυτό τότε. Όταν δεν με ξεκίνησε, προσβλήθηκα. Τον έφτυσα και έφυγα. Μετά μιλήσαμε και μου εξήγησε για ποιο λόγο το έκανε, αλλά δεν ήθελα να ακούσω κουβέντα. Έτσι σταμάτησα το πόλο», θυμάται και είναι φανερό ότι είναι ένα από τα πράγματα που μετανιώνει στη ζωή του.

Το πόλο τέλειωσε, αλλά η Κουίντα ανέτειλλε. Όχι μόνο τα φθινοπωρινά, χειμωνιάτικα και ανοιξιάτικα βράδια, αλλά και τα καλοκαιρινά. Φυσικά, η Αθήνα δεν ενδείκνυτο, για αυτό ο Μουτσάτσος μετέφερε την Κουίντα στην Ύδρα, η οποία από τότε, τα καλοκαίρια του 1962 και του 1963, έγινε τουριστικός προορισμός. «Ναυλώναμε καράβι για να πάει στην Αθήνα και να φέρει τους επισκέπτες της Κουίντα. Ήταν το πρώτο καράβι που εξυπηρετούσε αυτόν τον σκοπό. Ανοιγε η πύλη και έβγαινε η Μάρθα Καραγιάννη, η Ρίκα Διαλυνά και ο Φοίβος Ραζής. Στους ντόπιους δεν άρεσε αυτό. Στην Ύδρα η Κουίντα έμεινε δύο καλοκαίρια. Βέβαια, ο καθένας έκανε ό,τι ήθελε τότε. Στη Θεσσαλονίκη άνοιξε ένα μαγαζί που το έλεγαν Κουίντα. Δεν κράτησε». Δύο καλοκαίρια στα οποία χόρευε η πιο γνωστή σχέση του: η διεθνούς φήμης χορεύτρια Ρίτα Κάντιλακ.

ΤΟ ΠΑΡΙΣΙ ΚΑΙ Ο… ΓΡΑΜΜΕΝΟΣ ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ

Μέχρι και «κύριο Κάντιλακ» αποκάλεσαν τον Μπάμπη Μουτσάτσο. Μαζί με την Ρίτα έπαιζε και ένα ιταλικό συγκρότημα. Η συναναστροφή με τα μέλη τους τον έκανε να μάθει ιταλικά. Η πρώτη τον ερωτεύθηκε σφόδρα, όπως διάσημες ντίβες ερωτεύονται τους playboy, όπως η Μπριζίτ Μπαρντό ερωτεύθηκε τον Ροζέ Βαντίμ. Η Κάντιλακ έπαιρνε χρήματα… διαστημικά για κάθε νυχτερινή της παράσταση, 20.000 δραχμές, αλλά αναγκάστηκε να σταματήσει επειδή έμεινε έγκυος. Η Ανουκ ήταν ο καρπός του έρωτά τους, ούτως ή άλλως ο Μουτσάτσος έκανε μόνο κορίτσια. Οι δυο τους έφυγαν για το Παρίσι και ο Μουτσάτσος πήγε το 1966 και τις βρήκε. Αυτό που άφησε πίσω του ήταν η χώρα του, αλλά ως γνήσιος κοσμοπολίτης δεν είχε πρόβλημα να προσαρμοστεί οπουδήποτε. Την Κουίντα, βεβαίως, δεν την άφησε στην Αθήνα. Την πήρε μαζί του και την άνοιξε στο Παρίσι.

Ο Μουτσάτσος βρέθηκε στα 1967 στο Παρίσι και έμενε 500 μέτρα από το σπίτι του Κωνσταντίνου Καραμανλή και ήταν πολύ φίλος με τον αδελφό του, Γραμμένο. «Είχα πάντα σε εκτίμηση τους αριστερούς, οι δεξιοί δεν με ενδιέφεραν ποτέ. Με τον Κωνσταντίνο Καραμανλή δεν είχαμε ποτέ φιλικές σχέσεις, αλλά ο Γραμμένος ήταν άλλος άντρας. Ποτέ δεν χρησιμοποιούσε το επώνυμό του». Ο Γραμμένος με τον Μουτσάτσο έκαναν μεγάλα γλέντια στο Παρίσι. Έζησε τον Μάη του 1968, την επανάσταση που ήταν η σκιαγράφηση της σύγχρονης εποχής. «Ο κόσμος ήταν τόσος πολύς που έπιανε από τις Βερσαλλίες έως την Αψίδα του Θριάμβου», δίνει το στίγμα των ημερών. Η Ρίτα Κάντιλακ και η Ανούκ δεν ήταν μαζί του, αλλά ήταν η Μισέλ, με τη νέα κόρη του, την Αλεξάνδρα, και κάποια χρόνια αργότερα η Σιλβί, με «την αδυναμία μου, την Ιωάννα». Ήδη είχε ανοίξει και δεύτερο μαγαζί, το Ζουά Λ’ Επάλ στις Άνδεις και έπειτα το «Ζορμπά Λε Γκρεκ» στις Κάννες. Εκεί, μάλιστα, είχε βρεθεί φοιτητής ο επίσης κολυμβητής και πολίστας του Ολυμπιακού και της εθνικής ομάδας και νυν πρόεδρος της Ελληνικής Ολυμπιακής Επιτροπής, Σπύρος Καπράλος. Του συστήθηκε και έφαγε με την παρέα του, αλλά ο Μουτσάτσος δεν τον άφησε να πληρώσει.

Μέχρι το 1992, όταν και χώρισε με τη γυναίκα του, τη Σιλβί, ο Μουτσάτσος βρισκόταν στο Παρίσι και είχε ανοίξει μέχρι και ενυδρείο: «Πέρα από το να κολυμπάω και να παίζω πόλο, αυτό ήξερα να κάνω καλύτερα από κάθε τι άλλο». Εκείνη τη χρονιά, όμως, πήρε την κόρη του, την Ιωάννα, και έφυγαν για την Αθήνα. Σε όλο το ταξίδι η μικρή έκλαιγε, αλλά τώρα φεύγει με βαριά καρδιά από την Αθήνα μαζί με τις δικές της κόρες, τη Δανάη και τη Νεφέλη. Ο μπαμπάς της, πολυταξιδεμένος, «στην Ταγγέρη, στο Οσλο, στη Ρώμη, στο Λονδίνο, στο Παρίσι, εκεί έφτιαξα τον εαυτό μου», της σύστησε έναν άλλο κόσμο, ακριβώς όπως έκανε στη νυχτερινή Αθήνα. Αλλά 25 χρόνια μετά, ο κόσμος είχε αλλάξει.

ΤΟ ΛΑΘΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΕΓΚΕΦΑΛΙΚΟ

Το 1993 ο Μπάμπης Μουτσάτσος παίρνει απόφαση να ανοίξει ξανά την Κουίντα στη Γλυφάδα, στον παλιό Διογένη. Στα εγκαίνια «μου έστειλαν 300 γλάστρες και δεν ήξερα πού να τη βάλω». Αλλά αυτό το εγχείρημα απέτυχε. «Ο κόσμος είχε αλλάξει. Γύρισα στην Αθήνα και είδα νέα παιδιά, ψηλότερους άνδρες και ομορφότερες γυναίκες. Αλλά ήθελαν άλλα πράγματα». Ο Μουτσάτσος δεν έκατσε να σκάσει, όπως δεν έκανε ποτέ μετά από μία επιχειρηματική ατυχία. Έβρισκε πάντα τη δύναμη να πάει παρακάτω, με την άνεση που του έδινε το άρωμα της ζωής, το οποίο θαρρείς ότι είχε δημιουργήσει φωτοστέφανο πάνω από το κεφάλι του.

Το 2001, όταν πια ήταν 68 χρονών, ο Μπάμπης Μουτσάτσος έπαθε εγκεφαλικό. «Τη μέρα που έπεσαν οι Δίδυμοι Πύργοι», έκανε τον συνειρμό, δηλαδή στις 11 Σεπτεμβρίου. Εκείνη την εποχή είχε αρρωστήσει και ο Μίκης Θεοδωράκης και «είχε γίνει καλά. Νόμιζα ότι θα γίνω και εγώ καλά και πράγματι δεν μου άφησε κανένα κουσούρι. Αλλά τα δύο τελευταία χρόνια χτύπησε στα πόδια μου. Τα πόδια μου ήταν η δύναμή μου», είπε και έδειξε ένα μπαστούνι το οποίο χρησιμοποιεί για να στηρίζεται.

ΑΝΤΙ ΕΠΙΛΟΓΟΥ

Στο σπίτι του βλέπει γαλλικό πρωτάθλημα ποδοσφαίρου, μέσω της δορυφορικής τηλεόρασης. Είναι γεμάτο από φωτογραφίες, τις οποίες, πια, δεν γίνεται να ξεκολλήσει. «Θα μείνουν εκεί και όταν εγώ πεθάνω», λέει. Μένει μόνος του, πίνει καφέ με τους φίλους του, πάει πού και πού στον «Μαγεμένο Αυλό», όπως έκανε πέρυσι για να γιορτάσει τα 80ά γενέθλιά του, θεωρεί τον εαυτό του πρώην αθλητή του Ολυμπιακού και λέει, με την ειλικρίνεια που έχει κάποιος που έχει ρουφήξει τη ζωή με το μεδούλι, «δεν περίμενα ότι θα ζήσω τόσο πολύ. Έκανα καταχρήσεις, έζησα όπως ήθελα, δεν έχω πάρε δώσε με το κράτος. Οι άνθρωποι πρέπει να ξέρουν τα όριά τους και εγώ ξέρω τα δικά μου. Μου φαίνεται υπερβολή να ζω».

Ο εμβληματικός ιδιοκτήτης της Κουίντα, της Φωκίονος Νέγρη, ένας κινηματογραφικός ήρωας της Φίνος Φιλμς της πραγματικότητας και ένα λιοντάρι των γλυκών νερών, χαμογελάει ακόμα όταν βλέπει νέους ανθρώπους που έρχεται και τον χαιρετάνε. «Να, βλέπεις εδώ», λέει σε έναν χαμογελαστό νεαρό, «ήρθε ένας δημοσιογράφος για να μου κάνει συνέντευξη». -«Α, μα κύριε Μπάμπη τότε έχει πολύ ζουμί η συζήτηση. Χρειαζόμαστε 10 ζωές εμείς για να κάνουμε ό,τι κάνατε στη δική σας».